Ο Βασίλης Παπαγεωργίου, κρατώντας την υφή της γραφής του, τη διαύγεια των ειρμών του, τη στιλπνότητα της γλώσσας του, επανέρχεται αυτή τη φορά με ένα στοχαστικά αποχρωσιακό αστυνομικό μυθιστόρημα, δημιουργώντας μέσα από σασπένς και μυστήριο μια διαφορετική τοπογραφία της Θεσσαλονίκης. Από τα δυτικά μέρη των Αμπελοκήπων, τα κεντρικά της Άνω Πόλης και του λιμανιού με τη μικροσκοπική οικία στην οδό Βότση, ως τις απόκοσμες περιοχές στο Αγγελοχώρι ακολουθούμε την πορεία απρόσμενων γεγονότων, εξωτερικές και εσωτερικές ιχνηλατήσεις και ένα δυσοίωνα οικείο παιχνίδι φωτός και σκότους.
Ο αστυνόμος κάθεται κάτω από έναν πυκνό συριακό ιβίσκο στο καφέ απέναντι από τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και πίνει την πρώτη μπίρα της μέρας, αν και είναι ώρα για μεσημεριανό. Τον παρηγορεί η άποψη ενός πολύ μεγαλύτερου συναδέλφου του, και του μόνου του οποίου θα ζητούσε αν χρειαζόταν τη γνώμη σχεδόν για οτιδήποτε, ότι η μπίρα μπορεί μια χαρά να θεωρηθεί φαγητό. Βγάζει το κινητό του τηλέφωνο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το φέρνει κοντά στο πρόσωπό του και βλέπει για άλλη μια φορά προσεχτικά το βίντεο της δολοφονίας. Δεν υπάρχουν αμφιβολίες ή σκιές για το ποιος είναι ο δολοφόνος. Και για το ότι πρόκειται για μια παγερή και καλοδομημένη εκτέλεση. Ο ρυθμός των κινήσεων του εκτελεστή, η σιγουριά των προθέσεών του. Αλλά και κάτι άλλο. Ένας συνδυασμός ικανοποίησης και αδιαφορίας στον τρόπο που βαδίζει προς το θύμα του, που σηκώνει με άνεση το χέρι που κρατά το όπλο, που απολαμβάνει με φυσικότητα τη στιγμή του πυροβολισμού.