Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως πνοή
καινή επάνω στο κενό μας
στις πιο ευάλωτες στιγμές, μωλωπισμένοι
κι αυτό θα μας καθίσει σαν παιδιά
στα γόνατά του που ξεχάσαν την αλφάβητο
και με ηχείο τα σκαμμένα μας κορμιά
χορδές τα αιμόφυρτα μαλλιά μας
θ’ αρπίσει την αρχέγονη άλγεβρά του:
πως το μηδέν –αν ξέρεις πώς να το ζουλάς–
μπορεί πανεύκολα να ιδωθεί και ως άπειρο
ή πως με δάχτυλα πλεγμένα Εγώ κι Εσύ
είμαστε ανεπανάληπτα στη Γη
συνώνυμ@ του θαύματος