[oregon city]
ανάμεσα σ’ ένα γαλαζοπούλι που πετιέται απ’ το χορτάρι
με το πρώτο φως
και σ’ έναν στίχο της σιμπόρσκα
ενάντια στα χαμένα ραντεβού του θανάτου
σου απομένει η αμφιβολία
με τον ανοξείδωτο βλαστό της
τη γεωμετρική της στεφάνη
γεμίζουν στάχυα τα ερείπια
στα χέρια της δροσιάς
η επίμονη ουράνια δίψα της
η ομοιοκαταληξία ενός άλλου κόσμου
σημαίνον χωρίς σημαινόμενο
κάθε πράγμα μία φωνή
χωρίς να λέει τίποτα