ο τυφλός
άπλωνε μ’ ανασφαλώς μπροστά δύο τα
τεντωμένα σαν ναν τα ίδια χέρια αυτά
προστάτευαν τρόπον τινά τί ωστόσον
ακριβεστέρα παραμόνευεν βάρβαρος κ’
η «εξήγηση» μήνα τυφλός εκ γενετής σπάει
όντας μόν’ ψαχουλευτά π’ αφού ποιητής τί μυστικά
ο κτίζων θ’ αρχειοθέτησεν στο εύρυθμον νέου κόσμου
-----------------------------------------------------------------------
ξέφωτα σιωπηλών
επ’ ώμου εδώ σακκίδιον έν δερμάτινον χακί
χρώματος αμέσως παραπέμπον σέ τί παραλλα
γής πεζοναύτου στο ασφαλές ήδη καταφάλατον
ή, εδαφώδες στης αργής πορείας κι επιχωμάτιζα
περνών κυρίως τα πουλιά ότι επετάριζαν ψηλά τί
πολλά λέξεων προκύψαντα θα βόλεψες ηλίαυγος απόχη