Η ανθρωπολογία της σήμερον, της λεγόμενης ύστερης νεωτερικότητας, φαντάζεται ότι μπορεί να ξεπεράσει μια για πάντα το ωκύμορο και το περατόν του ανθρωπίνου βίου με την τεχνολογία και δη με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ήδη σε θεωρητικό επίπεδο γίνεται λόγος για τον μετα-άνθρωπο, τον βιονικό άνθρωπο, στον οποίο εφεξής η μηχανή δεν θα είναι και δεν θα κατανοείται ως εξωτερική προσθήκη αλλά ως εσωτερικό αναπόσπαστο ιδίωμά του.
Μεγαλαυχούντες επιστήμονες και βιολόγοι στην κατεύθυνση αυτή, ἀνασπῶντες την ὀφρύν, ομιλούν για το υπερφυσικό θαύμα της επιστήμης, προσδίδοντας σε αυτήν λειτουργία μεσσιανικού χαρακτήρα. «Μόνοι μας εφεξής, θα πραγματοποιούμε τα ιατρικά ”θαύματα”, κάνοντας τους τυφλούς να βλέπουν και τους παράλυτους να περπατούν», δηλώνουν χαρακτηριστικά.
Προς τον σκοπό αυτό δεν διστάζουν να ”εγκαταστήσουν” μέσα στις μηχανές όλα τα χαρακτηρολογικά ιδιώματα του ανθρώπου, το λογικόν, το αισθητικόν, ακόμη και τη συνείδηση, την ίδια, δηλαδή, την προίκα της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας με σκοπό την κατασκευή ”μηχανικών πραγματικοτήτων” που να ομοιάζουν σε βαθμό σχεδόν πλήρους ταυτίσεως με τον άνθρωπο· να συμπεριφέρονται όπως εκείνος, να σκέπτονται, να ομιλούν, γιατί όχι και να αισθάνονται.
Μοιάζει, όμως, έτσι να κιβδηλεύεται η εικόνα του ανθρώπου και χαρακτηριστικά που ιδιάζουν μόνο σε αυτή να ορώνται παραποιημένα σε κατασκευάσματα που πιθηκίζουν μέσω λογισμικών την πηγαία ανθρώπινη συμπεριφορά που δεν αντιγράφεται. Προβάλλουν, τοιουτοτρόπως, άνθρωποι – μηχανές σε μια αγωνιώδη προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να γράψει μόνος του την ιστορία χωρίς Θεό, κομίζοντας μια νέα ανθρωπολογία.
Πώς τοποθετείται, όμως, ο άνθρωπος της Ορθοδοξίας απέναντι σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον, όπου τελικά άνθρωπος και μηχανή μάλλον συμφύρονται παρά συμφύονται; Έξι μελετήματα παρουσιάζουν σε επιμέρους θεματικές ενότητες την ορθόδοξη ανθρωπολογία. Με το πρώτο ασκούμε δριμεία κριτική στον αμοραλισμό των θεωρητικών της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι μπορούν να νικήσουν ψηφιακά τον θάνατο. Με το δεύτερο καταβάλλουμε προσπάθεια να παρουσιάσουμε το ασύμπτωτο της εκκλησιαστικής σωτηρίας προς την αποσωματοποιημένη ψηφιακή ύπαρξη.
Με την τρίτη εργασία μας προβληματιζόμαστε σχετικά με τον αφιλοσόφητο τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος επιχειρεί να προικοδοτήσει στις μηχανές ὅ,τι θεία βουλήσει τού επιδαψιλεύτηκε. Εμφυτεύει, δηλαδή, τα χαρίσματα της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του σε σύγχρονα μηχανικά ξόανα, εμπεδώνοντας την πτώση και δουλεύοντας εκ νέου στα είδωλα.
Με τις υπόλοιπες μελέτες αναφερόμαστε διεξοδικά στον χαρακτήρα της άσκησης της ορθοδόξου ανθρωπολογίας, η οποία αγκαλιάζει ολάκερο τον ψυχοσωματικό άνθρωπο και τον προετοιμάζει για την διά του σώματος μετάληψη των αχράντων. Το σώμα και η σωματικότητα στην κατεύθυνση της σωτηρίας είναι το κατεξοχήν δώρο, διότι η σωματικότητά μας γίνεται έμπλεως της Θεότητος του Χριστού, ανακιρνάμενη με το άχραντο σώμα και το τίμιο αίμα Του.
Συνεπώς, η συνειδητοποίηση της ιερότητας του σώματος και της σωτηρίας που διενεργείται μόνον δι’ αυτού αποτελεί την απάντηση στον μετα -άνθρωπο, στην καινούρια, δηλαδή, έκδοση, του ανθρώπου που ετοιμάζεται χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, όπως θα έλεγε ο Καβάφης, στην οποία η μηχανή ανίερα θα συμφύεται με τον άνθρωπο.
Ας μη γίνει η Τεχνητή Νοημοσύνη τα Τείχη που θα αποκλείσουν τον άνθρωπο από τη σωτηρία!