Κοιτούσε στην ανάπαυλα τον οβελίσκο της πλατείας
Η νεαρή ασκούμενη φωτογράφιζε τα σμήνη των πτηνών
Ανάμεσα στον ήλιο που έγερνε.
Θαυμάσια, είπε, ο μεθυσμένος αρλεκίνος.
Τον αγνόησε.
Εκείνος, μάζεψε το αίμα της τίμιας εργασίας του και
Πρόσθεσε μια μια τις σταγόνες στο ξέθωρο ρούχο του.
Ήρθαν πολλοί
Στολίστηκε η πλατεία ώσπου το φως διαλύθηκε.
Ο εκδορέας γύρισε πίσω στη σάρκα που μόλις είχε αποκαλύψει
Δεν είχε λόγια
Σκούπισε ευλαβικά τα εργαλεία του
Μετατόπισε τα σφάγια και χάθηκε μες στους ανθρώπους.
Είχε πολλούς θανάτους πάνω του:
Η νεαρή αγκάλιαζε τρυφερά τον αρλεκίνο
Χόρταινε το σκοτάδι του
Φιλιά και χρώματα.
Στην ταπεινή του κάμαρα, αργότερα
Η σιωπή που χρόνια τώρα
Με τόσο κόπο είχε χτίσει.