Η έννοια της συναίνεσης στη σεξουαλική πράξη είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής. Το «ναι» δεν αρκεί. Πρέπει να υπάρχει πάντοτε η πραγματική δυνατότητα του «όχι», ανεξαρτήτως του τι πιθανόν να συμφωνήθηκε πριν ή του αν μια σεξουαλική σχέση έχει ήδη ξεκινήσει. Η όποια συναίνεση πρέπει να είναι δυνατόν να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή. Κλασικό ιστορικό παράδειγμα: η συναίνεση στον γάμο είναι έγκυρη, μόνο όταν αναγνωρίζεται η δυνατότητα του διαζυγίου.
Η νεοφιλελεύθερη άποψη του συμβολαίου, που θεωρεί ότι το «ναι» είναι αρκετό, στηρίζεται στην υποτιθέμενη ισότητα των συμβαλλόμενων μερών, που προϋποθέτει την τυπική δυνατότητα του «όχι». Είναι, όμως, έτσι; Οι γυναίκες πολύ συχνά εγκλωβίζονται στη μέγγενη πολλαπλών ανισοτήτων (υλικών, οικονομικών, κοινωνικών, συζυγικών), πράγμα που καθιστά δύσκολη και αμφίβολη τη δυνατότητα της άρνησης. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει η συγγραφέας, πρέπει να απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι η συναίνεση ταυτίζεται με τη σεξουαλική επιθυμία. Η επιθυμία δεν είναι ούτε το τρελό άλογο που πρέπει να υποτάξουμε, ούτε η μακάρια εκδήλωση ενός πνεύματος απελευθέρωσης. Η επιθυμία είναι κάτι πολύπλοκο, αντιφατικό, ανορθολογικό, και πρέπει να αποδεχτούμε ότι μπορεί να υπάρχει διάσταση μεταξύ επιθυμίας και βούλησης. Μπορεί να επιθυμείς, αλλά να μη θέλεις. Και η εκδήλωση αυτής της άρνησης πρέπει να είναι πάντοτε δυνατή και να γίνεται πάντοτε σεβαστή.