ν η π ε ν θ έ ς τ ο ζ η τ ο ύ μ ε ν ο
αιφνίδια ο θάνατος τρέχει μπροστά της χώρας του τα κάγκελα έσπρωξε νά μπει ολονυχτίς τη γύριζαν στα πάρκα οι λέξεις της φέρθηκαν καλά μ’ επιμονή κρύβοντας το στεγνό σημείο το χώμα ούρλιαζε: είσαι νεκρός ιστός δεν λες να αποσυντεθείς χρόνια μετά στο ξύλινο πόδι του θείου καίει το καντήλι ενώ πλάι του παιδιού το λίκνο κρυφά την αθωώνει.
[ madre ] Μητέρα, πώς στεκόταν το σώμα λαμπάδα τροχισμένο σε πλάνην οικτράν πώς ολόρθον το ύφασμα έτριζε μπρος στο κομψόν της ύλης σου ενώπιόν σου καθ’ εκάστην σε πλήρη στάση του λωτού τρεις δόσεις αγιασμού να καταπιώ κατόρθωνα του μεγαλείου να υπομείνω την ολοκάθετη πτώση μητέρα.