– Μάλλον γεννήθηκα -είπε «Κάτι στο σκοτάδι»- κανείς δεν θα με χειροκροτήσει;
-Καλά, να σε δω πρώτα και μετά χειροκροτώ -απάντησε η ηλιαχτίδα και φώτισε το σκοτάδι.
Αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί.
– Χμ, χάθηκε! -ξαφνιάστηκε η ηλιαχτίδα και τραβήχτηκε.
– Εεε… ξαναγεννήθηκα! -ακούστηκε ξανά από το σκοτάδι.
– Και πού ήσουν πριν λίγο; Ήρθα να σε χειροκροτήσω, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί, ούτε καν το σκοτάδι.
– Σωστά, γιατί είμαι το «ΚΑΤΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ» και τίποτα άλλο… Χωρίς το σκοτάδι, δεν υπάρχω.
– Μόνο τότε δεν θα λάμπω στα μάτια σου. Θα παραμείνω στη δική μου πλευρά και θα μιλάμε, ψιθύρισε η ηλιαχτίδα. – Ορίστε, σου λέω: Χρόνια Πολλά Κάτι εκεί στο σκοτάδι.
-Ευχαριστώ, απάντησε το «Κάτι στο σκοτάδι». – Πράγματι, είσαι φίλος!
Από το βιβλίο: «Ο Λόφος και το Σπίτι. Θρύλοι και Ιστορία» γραμμένο από την Κάακη και τον Κάρρο
(οικογένεια αναμαλλιασμένες βουρ… εεε… αναμαλλιασμένα κοράκια)